Περιγραφή μαθήματος
Το μάθημα αυτό εξετάζει από τη σκοπιά του ιστορικού της ελληνικής αρχαιότητας τρία αλληλοσυνδεόμενα φαινόμενα: μνήμη, συναίσθημα και στάση ζωής. Η βάση του είναι κείμενα γραμμένα στην πλειοψηφία τους από καθημερινούς ανθρώπους, σε μικρότερο βαθμό από εκπροσώπους της αρχαίας λογοτεχνίας, πολιτικούς και ιερείς. Χρονολογούνται περίπου από τον ύστερο 4ο π.Χ. ως τον 3ο μ.Χ. αιώνα και προέρχονται από την Ελλάδα και τον γλωσσικά εξελληνισμένο κόσμο (Μικρά Ασία, Αίγυπτο, Εύξεινο Πόντο, Μεγάλη Ελλάδα). Φαινομενικά απλά κείμενα, όπως ψηφίσματα της συνέλευσης του λαού, δημόσιες επιστολές, επιτύμβιες επιγραφές, ερωτήματα σε μαντεία, κατάρες, περιγραφές θαυμάτων, εξομολογήσεις αμαρτιών και χρησμοί, μεταδίδουν τα πάθη που κατέκλυσαν κοινούς ανθρώπους, τα συναισθήματα που θέλησαν να διεγείρουν σε άλλους, τις μνήμες που συγκρατούσαν. Δείχνουν πώς τα συναισθήματα και οι μνήμες παρήγαν αξίες, στάσεις ζωής και πίστεις. Τα αντικείμενα που εξετάζονται σε πέντε ενότητες μοιάζουν ετερογενή, αλλά έχουν ως κοινό υπόβαθρο την αλληλεξάρτηση μνήμης, συναισθήματος και πεποιθήσεων.
Στην πρώτη ενότητα («Μνημοποιητική») εξετάζονται πτυχές της «συλλογικής μνήμης». Ποιοι μηχανισμοί επιλογής, ερμηνείας και σύνθεσης διαμορφώνουν τις «μνήμες» μιας κοινωνίας για το απώτατο και το πρόσφατο παρελθόν; Με ποια μέσα μεταδίδονται αυτές οι «μνήμες» στα μέλη της κοινωνίας (ιδίως τους νέους) και τους μεταγενέστερους (μνημεία, τελετές, διαλέξεις, δημόσια κείμενα σε επιγραφές); Πως χρησιμοποιείται η ιστορία ως επιχείρημα σε μια πόλη-κράτος και τις διακρατικές της σχέσεις;
Στη δεύτερη ενότητα («Μνήμη και συναίσθημα») εξετάζεται η σχέση συλλογικής μνήμης και συλλογικού συναισθήματος. Το παράδειγμα των ιστορικών επετείων δείχνει τη διαμόρφωση επιλεκτικής μνήμης με έντονα συναισθηματικά στοιχεία και πως αυτή η μνήμη μεταδίδει τις αξίες μιας κοινωνίας. Άμεση εξάρτηση μνήμης και συναισθήματος βλέπουμε και στην αμνηστία, δηλαδή τη χρήση νομικών μέτρων για τη τιθάσευση των συναισθημάτων που προκαλούν οδυνηρές μνήμες. Δημόσια κείμενα, γραμμένα σε επιγραφές για να διαβάζονται επί δεκαετίες και αιώνες, διεγείρουν συναισθήματα. Ο τρόπος που αλλάζουν οι δημόσιες αναφορές στο ιδιόμορφο συναίσθημα της ελπίδας («έχω ελπίδα», «είσαι η ελπίδα μας», «παίρνω ελπίδα») δείχνει τις επιπτώσεις κοινωνικο-πολιτικών αλλαγών στην πρόσληψη των συναισθημάτων. Τέλος, εξετάζονται οι τρόποι που κείμενα, ιδίως επιτύμβια επιγράμματα, διεγείρουν συναισθήματα και διαμορφώνουν συναισθηματικές κοινότητες.
Το συναίσθημα βρίσκεται στο κέντρο και της τρίτης ενότητας («Το συναίσθημα και το υπερβατικό»), στην οποία εξετάζεται το συναισθηματικό υπόβαθρο της μαγείας (της κατάρας και της ερωτικής μαγείας), της μαντικής και των μεταθανάτιων αντιλήψεων. Και στην περίπτωση της σχέσης των θνητών με υπερβατικές δυνάμεις διακρίνουμε την αλληλεξάρτηση της μνήμης του παρελθόντος, των συναισθημάτων του παρόντος και της πίστης για το μέλλον.
Με τη στάση των ανθρώπων απέναντι στο υπερβατικό ασχολείται και η τέταρτη ενότητα («Λατρεία»). Η αρχαία θρησκείας είναι ατομική και συλλογική εμπειρία στην οποία οι αισθήσεις και η αισθητική έχουν πρωτεύοντα ρόλο. Εξετάζεται πως από τον 4ο π.Χ. αι. η σκηνοθεσία των γιορτών επιδιώκει να πετύχει συναισθηματική διέγερση, να προσφέρει αισθητική απόλαυση και να προκαλέσει την ψευδαίσθηση της παρουσίας του θεού. Η σύνδεση μνήμης (μύθων), τελετουργίας, συναισθήματος και πίστης αναλύεται με βάση δύο νέες λατρείες, τα μυστηρία της Ίσιδας και τη λατρεία του θεού-φιδιού Γλύκωνα Νέου Ασκληπιού.
Η θρησκευτική πίστη και ο τρόπος που θεμελιώνεται στην εμπειρία και τη διέγερση συναισθημάτων (του φόβου του θεού, της ελπίδας και της ευγνωμοσύνης για θεϊκή βοήθεια) είναι το αντικείμενο της τελευταίας ενότητας («Πίστη»). Οι αφηγήσεις για θαυματουργές θεραπείες του Ασκληπιού διατηρούν την ανάμνηση προσωπικών εμπειριών, ενδυναμώνουν την πίστη στην παντοδυναμία του θεού και διαμορφώνουν αξίες, παρουσιάζοντας την ασθένεια ως τιμωρία και τη θεραπεία ως αποτέλεσμα ενάρετου βίου και πίστης. Ανάλογες αντιλήψεις διαπιστώνουμε σε επιγραφές της Μικράς Ασίας, που καταγράφουν τις εξομολογήσεις ανθρώπων οι οποίοι απέδιδαν τις κακοτυχίες τους σε θεϊκή τιμωρία. Η πίστη των ανθρώπων ότι βρίσκονται σε άμεση επικοινωνία με το θείο σχετίζεται με μια γενικότερη τάση της μετακλασικής πολυθεϊστικής θρησκείας, τον «μεγαθεϊσμό», δηλαδή την αφοσίωση θνητών σε μια συγκεκριμένη θεότητα που χαρακτηρίζεται σε επιφωνήσεις ως «μέγας» ή «μεγάλη». Κείμενα που καταγράφουν τις θρησκευτικές εμπειρίες καθημερινών ανθρώπων επιτρέπουν την κατανόηση της θρησκείας ως πίστης στη δύναμη των θεών, μιας πίστης που στηρίζεται στο συναίσθημα και στην ανάμνηση και ενδυναμώνεται με τελετουργίες.
Παρά τη χρονική απόσταση αυτών των φαινομένων από τον κόσμο μας, η εξέτασή τους δίνει ερεθίσματα για προβληματισμό.